γήθος

γῆθος, το (Α)
γηθοσύνη*.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γηθέω. Η λ. πρέπει να είναι αρχαία, παρ' όλο που μαρτυρείται μεταγενέστερα, γιατί απαντά ως β' συνθετικό ορισμένων συνθέτων που χρησιμοποιούνται στη γλώσσα τών επών (πρβλ. εύγᾱθής, μελιγᾱθής, πλουτογᾱθής, πολυγηθής, φιλογᾱθής)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γῆθος — neut nom/voc/acc sg γηθοσύνη joy neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γήθει — γῆθος neut nom/voc/acc dual (attic epic) γήθεϊ , γῆθος neut dat sg (epic ionic) γῆθος neut dat sg γηθέω rejoice pres imperat act 2nd sg (attic epic) γηθέω rejoice imperf ind act 3rd sg (attic epic) γή̱θει , γηθοσύνη joy neut nom/voc/acc dual… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηθῶν — γῆθος neut gen pl (attic epic doric) γηθέω rejoice pres part act masc nom sg (attic epic doric) γη̱θῶν , γηθοσύνη joy neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γήθεε — γῆθος neut nom/voc/acc dual (epic ionic) γηθέω rejoice pres imperat act 2nd sg (epic ionic) γηθέω rejoice imperf ind act 3rd sg (epic ionic) γή̱θεε , γηθοσύνη joy neut nom/voc/acc dual (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γήθους — γῆθος neut gen sg (attic epic doric) γή̱θους , γηθοσύνη joy neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυγηθής — ές, και δωρ. τ. πολυγαθής και πολύγηθος, ον, Α τερπνός, ευχάριστος («πολυγηθὴς Διώνυσσος», Ησίοδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + γηθής / γηθος (< γῆθος, τὸ «χαρά»), πρβλ. ευ γηθής] …   Dictionary of Greek

  • γηθοσύνη — (3ος αι. π.Χ.). Φίλη και αυλική της Βερενίκης, κόρης του Πτολεμαίου Φιλάδελφου και συζύγου του Αντίοχου Β’ του Θεού (261 247 π.Χ.). Όταν η πρώτη σύζυγος του Αντίοχου, Λαοδίκη, δολοφόνησε τη Βερενίκη, η Γ. κατάφερε να πείσει τον λαό πως η… …   Dictionary of Greek

  • γηθόσυνος — γηθόσυνος, η, ον και ος, ον (Α) χαρούμενος, ευχαριστημένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < γηθέω, ενώ κατ άλλους < γήθος (βλ. γηθοσύνη)] …   Dictionary of Greek

  • δαφνογηθής — δαφνογηθής, ές (Α) (για τον Απόλλωνα) αυτός που ευχαριστιέται με τη δάφνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάφνη + γηθής < γήθος «χαρά, ευχαρίστηση» (πρβλ. πολυγηθής, ευγηθής)] …   Dictionary of Greek

  • εριγηθής — ἐριγηθής, ές (Α) περιχαρής, χαρμόσυνος («ἐριγηθῇ νίκην», Ορφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι (επιτ. μόριο) + γηθής (< γήθος «χαρά»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.